Μουσείο Ιστορίας ΑΕΚ: Το αφιέρωμα στον σπουδαίο Γιένε Τσάκναντι (pics)
Τα αφιερώματα στη σελίδα του Μουσείου Ιστορίας της ΑΕΚ συνεχίζονται. Αυτή τη φορά παρουσιάζεται η ιστορία των δύο Ούγγρων προπονητών που εργάστηκαν στην ομάδα μεταπολεμικά, τον μεγάλο Φέρεντς Πούσκας και τον σπουδαίο Γιένε Τσάκναντι.Αναλυτικά το αφιέρωμα στη σελίδα του Μουσείου Ιστορίας της ΑΕΚ:
«Στο προηγούμενο αφιέρωμα στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» αναφερθήκαμε στους δύο Ούγγρους προπονητές που εργάστηκαν στην Α.Ε.Κ. κατά την προπολεμική περίοδο. Όμως και στη μεταπολεμική περίοδο υπήρξαν επίσης δύο σπουδαίοι Μαγυάροι προπονητές στην Ένωση. Ο ένας ήταν ο μεγάλος Φέρεντς Πούσκας, ο οποίος ήρθε το καλοκαίρι του 1978, αντικαθιστώντας τον Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι, στην ήδη νταμπλούχο Α.Ε.Κ. του Λουκά Μπάρλου. Την εποχή εκείνη η Ένωση ήταν κατά γενική ομολογία η κορυφαία ομάδα στη χώρα. Ωστόσο, η χαλαρότητα του «Πάντσο» σε θέματα πειθαρχίας έθεσε σε κίνδυνο την εκ νέου κατάκτηση του τίτλου το 1978-1979. Έτσι ο Μπάρλος τον απέλυσε πρόωρα και ο Ανδρέας Σταματιάδης που τον αντικατέστησε κατάφερε να συμμαζέψει την Α.Ε.Κ. και να την οδηγήσει στον δεύτερο συνεχόμενο τίτλο.Το ακριβώς αντίθετο από τον Πούσκας σε θέματα πειθαρχίας ήταν ο έτερος Μαγυάρος προπονητής της μεταπολεμικής Α.Ε.Κ.: ο Γιένε Τσάκναντι, που κατέκτησε με την Ένωση τα δύο πρώτα μεταπολεμικά της πρωταθλήματα. Σε αυτόν αναφέρεται το παρόν αφιέρωμα, ας πάμε λοιπόν να τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.
Γένε Τσάκναντι
Ο Jenő Csaknády γεννιέται το 20 Σεπτεμβρίου 1924 στη Βουδαπέστη. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν εντοπίζεται πουθενά οποιαδήποτε αναφορά στον Τσάκναντι ως ποδοσφαιριστή, επομένως μπορεί κανείς να υποθέσει ότι πιθανώς δεν έκανε αξιοσημείωτη καριέρα εντός αγωνιστικών χώρων. Αντίθετα, η καριέρα του εκτός αυτών και ως προπονητής είναι εξαιρετικά πλούσια. Αφού σπουδάζει στην περίφημη Ανώτατη Σχολή Φυσικής Αγωγής της Βουδαπέστης, μία από τις κορυφαίες στην Ευρώπη, ξεκινάει την καριέρα του από τον πάγκο της της ουγγρικής ομάδας Czepel, στον οποίο παραμένει για 8 χρόνια ανάμεσα στο 1948 και το 1956. Το 1954 συγγράφει και εκδίδει μαζί με έναν άλλο θρυλικό Μαγυάρο προπονητή, τον Μάρτον Μπούκοβι, το εγχειρίδιο προπονητικής με τον τίτλο «Η προπόνηση νεαρών ποδοσφαιριστών». Αξίζει να αναφερθεί ότι μία δεκαετία αργότερα, το 1964, ο Τσάκναντι εκδίδει ένα ακόμη έργο, τη βιογραφία του σπουδαίου Ούγγρου προπονητή και δημιουργού της μεγάλης Μπενφίκα, Μπέλα Γκούτμαν.
Στα τέλη του 1956 λαμβάνουν χώρα στη Βουδαπέστη τα γεγονότα, που είναι γνωστά ως «η Ουγγρική Επανάσταση». Ξεκινάει ως φοιτητική διαμαρτυρία και εξελίσσεται σε γενικευμένη εξέγερση κατά της κυβέρνησης που έχει διοριστεί από τη Σοβιετική Ένωση. Στις 4 Νοεμβρίου τα σοβιετικά στρατεύματα εισβάλλουν στη Βουδαπέστη και καταπνίγουν την επανάσταση. Αρκετές χιλιάδες Ούγγροι σκοτώνονται ή συλλαμβάνονται, ενώ περίπου 200.000 προλαβαίνουν να διαφύγουν ως πρόσφυγες σε χώρες της Δύσης. Ένας από αυτούς είναι ο Γένε Τσάκναντι, ο οποίος μεταναστεύει στη Γερμανία, όπου αποκτά τη γερμανική υπηκοότητα.
Στη νέα χώρα διαμονής του αναλαμβάνει το 1957 τη Γκρόιτερ Φιρθ, όπου παραμένει για δύο σεζόν, προτού μετακομίσει στη Ζααρμπρίκεν το 1959, με την οποία κατακτά τη Νοτιοδυτική Λίγκα το 1961. Το 1962 εργάζεται στην Κίκερς Στουτγκάρδης.
Το καλοκαίρι του 1962 ο Τσάκναντι αποφασίζει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του εκτός Γερμανίας. Ο πρόεδρος της Α.Ε.Κ. Νίκος Γκούμας τού αναθέτει τα ηνία της ομάδας, με μία και μόνη εντολή: να κάνει αυτό που κανείς τεχνικός της δεν έχει κατορθώσει από το μακρινό 1940, να κατακτήσει το πολυπόθητο πρωτάθλημα. Ο Τσάκναντι αποδέχεται την πρόκληση.
Στις διαπραγματεύσεις πριν την υπογραφή του συμβολαίου του ζητάει να προβλεφθεί πολύ υψηλό πριμ κατάκτησης πρωταθλήματος. Ο Γκούμας διστάζει να συμφωνήσει και οι συζητήσεις οδεύουν προς ναυάγιο. Τη λύση δίνει ο διοικητικός παράγοντας της Ένωσης, Μίμης Τράγος, που παρακινεί τον Γκούμα να υποχωρήσει με το επιχείρημα: «δεχτείτε το, κύριε πρόεδρε, σάμπως θα πάρει το πρωτάθλημα;»
Ο Τσάκναντι από την πρώτη κιόλας προπόνηση δείχνει σε όλους τις διαθέσεις και τους κανόνες του: σκληρή προπόνηση, πρωτότυπες ασκήσεις με ή χωρίς μπάλα, τακτικά ζυγίσματα των ποδοσφαιριστών, νυχτερινές έφοδοι στα σπίτια τους και σιδηρά πειθαρχία, χωρίς την παραμικρή ανοχή σε καπρίτσια, καθυστερήσεις ή παραβιάσεις των κανόνων.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που αφηγείται ο μεταφραστής του (και άλλων Ούγγρων προπονητών), Νίκος Σακούλης, στο βιβλίο του «Οι μαγικοί Μαγυάροι της Ελλάδας κι εγώ» (εκδ. belle epoque, 2024).
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1962 η Α.Ε.Κ. πρόκειται να ταξιδέψει στη Βαρκελώνη για να αντιμετωπίσει σε φιλικό αγώνα τη Μπαρτσελόνα. Τρεις μέρες πριν την αναχώρηση έχει προγραμματιστεί άλλο φιλικό. Ο Τσάκναντι λέει στους παίκτες να πάνε στο γήπεδο 4:30 ακριβώς. Η μεγάλη βεντέτα της ομάδας, ο Κώστας Νεστορίδης, καθυστερεί περίπου ένα τέταρτο να αφιχθεί. Και ο Τσάκναντι τον αποκλείει από το ταξίδι, παρά τις προσπάθειες παικτών και διοίκησης να τον μεταπείσουν, καθώς χωρίς το μεγάλο της επιθετικό όπλο η Α.Ε.Κ. κινδυνεύει με τα χειρότερα.
Να μην ξεχάσω να λάβω με την εγγραφή και το δωρεάν* στοίχημα
*Ισχύουν Όροι & ΠροϋποθέσειςΟι πρώτοι μήνες της θητείας του Τσάκναντι στην Α.Ε.Κ. είναι γεμάτοι συγκρούσεις με συμπεριφορές και νοοτροπίες, που έρχονται σε αντίθεση με την πειθαρχία που θέλει να επιβάλει. Συχνά οι παίκτες εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για τις μεθόδους του προπονητή, είτε ευθέως στη διοίκηση είτε με διαρροές στον Τύπο, στον οποίο εμφανίζονται δημοσιεύματα περί «αναβρασμού» στην ομάδα, περί υποτιθέμενης αποχώρησης του Τσάκναντι κλπ. Ωστόσο, με τη στήριξη της διοίκησης Γκούμα, ο Τσάκναντι καταφέρνει να κάμψει τις αντιστάσεις, να επιβάλει τους κανόνες του και εν τέλει να κερδίσει τους ποδοσφαιριστές του, που βλέπουν ότι η φιλοσοφία και η δουλειά του Μαγυάρου τεχνικού φέρνει αποτελέσματα. Η Ένωση κατορθώνει να φτιάξει μια αξιόμαχη ομάδα, που κοντράρει στα ίσια τον πρωταθλητή των τελευταίων τριών ετών Παναθηναϊκό και να ισοβαθμήσει μαζί του. Και στο τέλος, σε ένα αλησμόνητο μπαράζ στις 23 Ιουνίου 1963, η Α.Ε.Κ. πραγματοποιεί το όνειρο των φιλάθλων της και κατακτά επιτέλους το πρώτο μεταπολεμικό πρωτάθλημα, 23 ολόκληρα χρόνια μετά το τελευταίο!
Μολονότι η Α.Ε.Κ. θέλει να ανανεώσει το συμβόλαιό του και η δημοφιλία του στον κόσμο της ομάδας είναι πρωτοφανής, ο Τσάκναντι επιλέγει να επιστρέψει στη Γερμανία και τη νεοσύστατη Μπουντεσλίγκα, όπου έχει πρόταση από μία παραδοσιακή ποδοσφαιρική ομάδα, τη Νυρεμβέργη. Στη βαυαρική ομάδα εργάζεται τη σεζόν 1963-1964 και, μετά από κενό μιας περιόδου, επανέρχεται στον πάγκο της το 1965-1966. Και την επόμενη χρονιά, στις αρχές του 1967, πραγματοποιεί μία ακόμη επιστροφή, στον πάγκο της Α.Ε.Κ., όπου γίνεται δεκτός από τους φιλάθλους της ομάδας σαν σωτήρας.
Κι ο Τσάκναντι δικαιώνει τις προσδοκίες τους. Η Α.Ε.Κ., που μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος 1963 έχει δει αρχικά τον Παναθηναϊκό να ανακτά τα ηνία και ακολούθως τον Ολυμπιακό του Μπούκοβι να κυριαρχεί, έχει ανάγκη να δείξει ότι η επιτυχία εκείνη δεν ήταν φωτοβολίδα. Ο Τσάκναντι εφαρμόζει τη γνωστή, δοκιμασμένη συνταγή: πειθαρχία, σκληρή προπόνηση, στοχοπροσήλωση, σωματική και ψυχική ανθεκτικότητα. Για μία ακόμη φορά δεν λείπουν οι γκρίνιες, οι δυσαρέσκειες, οι εντάσεις από τους παίκτες και μέλη της διοίκησης, όπως προκύπτει από τον Τύπο της εποχής αλλά και από τα πρακτικά του Δ.Σ. της Α.Ε.Κ., όπου καλείται δύο φορές να παράσχει «εξηγήσεις» για κάποια αρνητικά αποτελέσματα.
Αλλά, για μία ακόμη φορά, ο Μαγυάρος προπονητής κατορθώνει να φέρει σε πέρας την αποστολή του: τη σεζόν 1967-1968 η Ένωση κατακτά εκ νέου το πρωτάθλημα Ελλάδας, το δεύτερο μεταπολεμικό, που… «τσιμεντώνει» πια, οριστικά και αμετάκλητα, το στάτους της ως ένας από τους «τρεις μεγάλους» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Σημείο - κλειδί για την κατάκτηση του τίτλου είναι η νίκη της Ένωσης επί του Ολυμπιακού μέσα στο Στάδιο Καραϊσκάκη με το εμφατικό σκορ 1-4 στις αρχές Δεκεμβρίου 1967, γεγονός που οδηγεί στην παραίτηση από τον ερυθρόλευκο πάγκο του συμπατριώτη και φίλου του Τσάκναντι, του Μάρτον Μπούκοβι. Ο πρωταθλητισμός, ωστόσο, δεν χωράει φιλίες.
Όπως και μετά την κατάκτηση του τίτλου το 1963 έτσι και μετά από εκείνον του 1968 ο Τσάκναντι δεν ανανεώνει το συμβόλαιό του με την Α.Ε.Κ. και γυρίζει στη Γερμανία, μολονότι δεν έχει πρόταση από άλλη ομάδα. Μετά από ένα έτος μακριά από τους πάγκους επιστρέφει για μία ακόμη φορά στην Ελλάδα το 1969 για λογαριασμό ενός άλλου δικεφάλου, του Π.Α.Ο.Κ. Φέρνει την ομάδα της Θεσσαλονίκης μια ανάσα από την εκπλήρωση του ονείρου του πρώτου τίτλου στην ιστορία της. Ωστόσο, η ήττα του Π.Α.Ο.Κ. από τον συμπολίτη Άρη στον τελικό κυπέλλου του 1970 ρίχνει άδοξα την αυλαία της τελευταίας παρουσίας του στην Ελλάδα.
Η τελευταία προπονητική του θητεία είναι στις αρχές του 1971 στη γαλλική Στρασμπούρ, όπου όμως παραμένει λιγότερο από τρεις μήνες μετά από ανεπιτυχή αποτελέσματα. Κατόπιν αυτού αποσύρεται από τους πάγκους και επιστρέφει στη Φρανκφούρτη, όπου παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του, που έρχεται στις 7 Ιανουαρίου 2001 και σε ηλικία 76 ετών.
Συνοψίζοντας, Γιένε Τσάκναντι και Α.Ε.Κ. αποτελούν κλασική περίπτωση προπονητή και ομάδας, που μοιάζουν να είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Εκείνος σημείωσε στην Ένωση τις δύο μεγάλες επιτυχίες της καριέρας του ενώ και για τον δικέφαλο υπήρξε ο προπονητής που κατόρθωσε να την οδηγήσει στους δύο πολυπόθητους πρώτους τίτλους πρωταθλήματος σε ισάριθμες σεζόν στον πάγκο, με απόσταση μάλιστα πέντε ετών μεταξύ τους.
Πείτε τη γνώμη σας: